S U B H E I M - Π Ο Λ Ι Σ T H E S T O R I E S
S U P E R N O V A
We were high up, inside an enormous glass box. I think it was the top floor.
It was late in the evening and I was too tired to follow what people were saying. I didn’t care anymore. I was looking out the glass window with a feeling of melancholy I couldn’t comprehend. The rain was mercilessly beating against the windows. It had been pouring down for three days non stop. I wondered who I was, what others saw in me. How much of it resembled my true self.
You could see the entire square from up there. The big, colorless buildings with their pointy antennas and neon signs, the cars below and the billboards that were the only vivid element in the square-shaped landscape.
What would it be like if I could fly between the skyscrapers? Beside the underlit offices, where lives and dreams transform into careers and unfulfilled desire.
I looked at the people below us. They were minuscule, hastily walking around under their umbrellas like an amorphous mass. I wondered what they wanted. What they longed for. I was one of them.
All the times that I thought about leaving. I thought about moving somewhere far away. To a city full of colors. Without a plan, with no clear destination.
But I didn’t. I just kept waiting.
Beneath the gray sky.
G H O S T S
right above my city
you hover
like a ghost
you came to see
what I do
I built a room
it ain’t much
but it’s something
whenever you’re here
I feel the sea
it thrashes
it begs for tears
it’s not your fault
it’s mine
for not saying goodbye
I thought I was awake
in my sleep
and I told you
you, my own image
that he visited me
but when I finally woke up,
I realized
that you were gone too
it’s a double loss
is it pain?
οr is it the memories
that bring you to me
could it be true?
the things that people say
that you’ re out there
watching over me
C R I M S O N D E S E R T
My room has two windows. One is looking out onto the apartment next door. I can see the people who live there but they can’t see me. I know their names and their habits but not much else. They always look happy. They draw beautiful pictures, they play music. Sometimes I call them by their name but they can’t hear me.
Every time I look out the other window, I see this vast crimson desert. The sky is pitch black. There is a deep red sun that never sets. It isn’t day nor is it night. There’s an ancient tree right in the heart of the desert. It’s naked, leafless. It appears to be the only living thing in the endless sandy landscape. It constantly moves and transforms. It changes shapes. I am scared of what’s hiding out there but an invisible voice is calling me to explore it.
I make a final attempt to talk to my neighbours but it’s pointless. It’s as if we exist in two parallel worlds that don’t overlap.
I leave. As I walk right through the window, the glass morphs into an elastic membrane that allows me to get to the other side. For the very first time, I set my foot on the red sand. It is dense and soft and yet my feet don’t sink.
I walk slowly and steadily towards the tree. It is now vibrating more intensely than ever. It’s become humongous but the space around it is expanding too so it can fit it. Like a freshly made painting in zero gravity, its paint flowing in all directions across a multi-dimensional canvas. The tree’s branches extend and surround me while I’m getting closer and closer. It’s a rough landscape but I can feel a soft wind on my face. Everything looks alien and yet familiar, as if I’ve always wanted to be here.
I look back one last time. The city is no longer there nor is there any sense of human society. Any trace of fear or hesitation is now gone, along with my old life. My room is too far to go back anyway. There’s only one direction. Forward. Into the heart of the crimson desert.
D A U G H T E R
We started out together without a plan. A tropical forest spread all around us. The rain kept falling down but the tall rubber trees kept us dry. Like giant wooden needles, they had formed a protective net around the creatures of the earth.
We were two prehistoric cosmonauts with a shared destination. The environment was a vast jungle with rich vegetation that had swallowed the world as I knew it. I felt strong but old.
Ι didn’t know where we were headed but it didn’t really matter. A flickering light frequently changed color to indicate which path we were supposed to take next. We were traveling through time from one season to another at incredible speed. Like comets moving through galaxies and star systems. Invisible energy was flowing everywhere.
She took different shapes, just like the seasons were shifting continuously.
A partner. A friend. A daughter. A mother.
I felt small. Small enough to fit in her arms. But her embrace was no longer made of human matter.
S U B H E I M - Π Ο Λ Ι Σ Ο Ι Ι Σ Τ Ο Ρ Ι Ε Σ
S U P E R N O V A
Ήμασταν πολύ ψηλά, μέσα σ’ ένα πελώριο γυάλινο κουτί. Μπορεί και να ήταν ο τελευταίος όροφος.
Αργά το απόγευμα, κουρασμένος πια δεν άκουγα τί έλεγαν οι γύρω μου. Δε με ένοιαζε πια. Κοίταξα έξω απ’ τo γυάλινο τοίχο νιώθοντας μια ακατανόητη μελαγχολία. Η βροχή έδερνε τα τζάμια ανελέητα. Έβρεχε ασταμάτητα εδώ και τρεις μέρες. Αναρωτήθηκα ποιός είμαι. Άραγε αυτό που βλέπουν οι άλλοι πόσο να μοιάζει με το μέσα μου;
Από εδώ ψηλά μπορείς να δεις όλη την πλατεία. Τα μεγάλα άχρωμα κτίρια με τις μυτερές κεραίες, τις φωτεινές επιγραφές, τα αυτοκίνητα. Το μοναδικό ζωηρό στοιχείο μέσα στο τετραγωνισμένο χειμωνιάτικο τοπίο ήταν οι διαφημιστικές πινακίδες.
Φαντάστηκα πώς θα ήταν να μπορούσα να πετάξω ανάμεσα στους ουρανοξύστες, δίπλα από τα υποφωτισμένα γραφεία που μέσα τους ζωές και όνειρα μεταμορφώνονται σε καριέρες και νέα θέλω.
Είδα τους ανθρώπους μικροσκοπικούς κάτω απ’ τις ομπρέλες τους να τρέχουν, σαν μια ακαθόριστη μάζα. Σκέφτηκα τί ανεκπλήρωτες επιθυμίες να έχει ο καθένας στην ψυχή του. Και εγώ ένας απ’ αυτούς.
Πόσες φορές σκέφτηκα να φύγω κάπου μακριά, σε μια πόλη γεμάτη χρώματα. Χωρίς σχέδιο, χωρίς κατεύθυνση.
Και όμως δεν έφυγα. Συνέχισα να περιμένω εδώ. Κάτω απ’ το γκρίζο.
Φ Α Ν Τ Α Σ Μ Α Τ Α
Πάνω απ’ την πόλη μου
πλανάσαι σαν φάντασμα
ήρθες να δεις τι φτιάχνω εδώ κάτω
ένα δωμάτιο να χτίζω άρχισα
είναι λίγο μα είναι κάτι.
Όποτε έρχεσαι, νιώθω μια θάλασσα
ορμητικά ζητιανεύει δάκρυα
δε φταις εσύ όμως
φταίω εγώ
που δεν είπα αντίο.
Και σαν μες στο όνειρο
νιώθω πώς ξύπνησα
και εικόνα μου, σου έλεγα
πως με επισκέφτηκε εκείνος.
Μα σαν στ’αλήθεια κατόρθωσα και ξύπνησα
είδα και εσύ είχες φύγει
για πάντα.
Διπλή η απώλεια τώρα μέσα μου
είναι άραγε ο πόνος
ή η μνήμη που σε μένα σας φέρνει;
Ή μην είναι αλήθεια
αυτά που λένε οι μικροί άνθρωποι;
Ότι είστε εκεί έξω
και με βλέπετε από μιαν άκρη.
Π Ο Ρ Φ Υ Ρ Η Ε Ρ Η Μ Ο Σ
Το δωμάτιό μου έχει δύο παράθυρα. Το ένα βλέπει στο διπλανό διαμέρισμα. Μπορώ να δω τους ανθρώπους που ζουν εκεί μα εκείνοι δε με βλέπουν. Ξέρω τα ονόματά τους και τις συνήθειες τους αλλά τίποτα περισσότερο. Είναι πάντα χαρούμενοι. Ζωγραφίζουν ωραίες εικόνες, παίζουν μουσική. Κάποιες φορές τους καλώ αλλά δεν μπορούν να με ακούσουν.
Όταν κοιτάζω έξω απ’ το άλλο παράθυρο, βλέπω μια αχανή πορφυρή έρημο με ένα μαύρο ουρανό και έναν τεράστιο κατακόκκινο ήλιο που δε δύει ποτέ. Δεν είναι μέρα αλλά ούτε και νύχτα. Στην καρδιά της βρίσκεται ένα αρχαίο δέντρο, γυμνό χωρίς φύλλα. Το δέντρο αυτό φαίνεται να είναι το μοναδικό ζωντανό πράγμα σ’αυτό το ατελείωτο αμμώδες τοπίο. Κινείται αδιάκοπα, μεταμορφώνεται, αλλάζει σχήματα και μεγέθη.
Φοβάμαι αυτό που κρύβεται εκεί έξω αλλά μια αόρατη φωνή με καλεί να το εξερευνήσω.
Προσπαθώ για τελευταία φορά να μιλήσω στους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω απ’ τη διάφανη επιφάνεια που μας χωρίζει αλλά μάταια. Είναι σα να ζούμε σε δύο παράλληλους κόσμους που δεν συμπίπτουν ποτέ.
Αποφασίζω να φύγω, περνώντας μέσα από το παράθυρο. Το γυαλί μετασχηματίζεται σε μια ελαστική μεμβράνη που μου επιτρέπει να βρεθώ στην άλλη πλευρά. Για πρώτη φορά πατάω στην κόκκινη άμμο. Είναι πυκνή και μαλακή, μα τα πόδια μου δε βουλιάζουν.
Περπατάω αργά και σταθερά προς το δέντρο, που τώρα δονείται πιό δυνατά από ποτέ. Έχει γίνει θηριώδες, μα ταυτόχρονα το νέο αυτό σύμπαν διαστέλλεται για να το χωρέσει. Όλα είναι ρευστά, σαν ένας φρεσκοβαμμένος πίνακας σε μηδενική βαρύτητα, με τη μπογιά να ξεχειλίζει και να τρέχει παχύρευστη προς όλες τις κατευθύνσεις πάνω σε έναν πολυδιάστατο καμβά. Το κλαδιά έρχονται προς το μέρος μου, με περικυκλώνουν καθώς συνεχίζω να πλησιάζω. Το περιβάλλον είναι άγριο. Ένας απαλός άνεμος φυσάει αδιάκοπα. Όλα μοιάζουν εξωγήινα μα ταυτόχρονα γνώριμα, σα να ήθελα από πάντα να βρεθώ εδώ.
Κοιτάζοντας πίσω μου για τελευταία φορά, η πόλη δεν υπάρχει πια ούτε οποιαδήποτε αίσθηση κοινωνίας οργανωμένης από ανθρώπους. Μαζί με την προηγούμενη ζωή μου έχει πια χαθεί και κάθε ίχνος φόβου ή δισταγμού. Το δωμάτιό μου είναι πλέον πολύ μακριά για να επιστρέψω. Υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση. Ευθεία μπροστά. Μέσα στην κόκκινη έρημο.
Κ Ο Ρ Η
Ξεκινήσαμε μαζί, χωρίς σχέδιο. Ένα τροπικό δάσος απλωνόταν γύρω μας. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει αλλά τα ψηλά δέντρα μας προστάτευαν. Σαν γιγαντιαίες ξύλινες βελόνες, σχημάτιζαν ένα προστατευτικό πλέγμα γύρω από τα πλάσματα της γης.
Ήμασταν δύο προϊστορικοί κοσμοναύτες με διαφορετικές αφετηρίες και κοινό προορισμό. Το περιβάλλον ήταν μια αχανής ζούγκλα γεμάτη πυκνή βλάστηση που είχε καταπιεί τον κόσμο που γνώριζα. Ένιωθα δυνατός μα γερασμένος.
Δεν ήξερα που πηγαίναμε αλλά δεν είχε και σημασία. Ένα φως που άλλαζε χρώματα κάθε τόσο μας έδειχνε το επόμενο μονοπάτι καθώς περνούσαμε από τη μία εποχή στην επόμενη με ασύλληπτη ταχύτητα. Σαν κομήτες που ταξιδεύουν μέσα από γαλαξίες και αστρικούς σχηματισμούς. Αόρατη ενέργεια έρεε παντού γύρω μας.
Έτσι όπως άλλαζαν οι εποχές αστραπιαία, άλλαζε και εκείνη μορφές. Έγινε σύντροφος. Φίλη. Κόρη. Μητέρα.
Ένιωσα μικρός. Τόσο μικρός που μπόρεσα ολόκληρος να χωρέσω στην αγκαλιά της. Μόνο που δεν ήταν πια φτιαγμένη από γήινη ύλη.
